Σαν εκαρτζιλατίστηκεν ο κάττος με το σσιύλο
μιάλον καυκάν αντάκωσαν, οι θκυο τους για το βίλλο.
Κάττε, μα έν αντρέπεσαι που ο βίλλος σου εν φουστούτζιην
Τζι΄ εμέναν η βιλλάτσα μου εν όπως το παλλούτζιν;
Ιντα καίσιν έπαθες,στραβαρα μεσ΄τα μμάθκια
ιντα 'δωκεν ο πλάστης σου της βίλλας σου αγκάθκια;
Αντίς να κρύψεις ρε σιύλλε, μάσσιεσαι καπαρτίζεις
που νεκατσιάς άμαν γαμάς,γι'αυτόν πίσω γυρίζεις
Αλλά εν κανει το κάχρι σου,που ΄σαι μαραζωμένος
είσαι τζιαι περιπέξιμον,σαν είσαι κολλημένος
Που άμαν γαμώ,δακκάννω την,την κάττα στα ζυνίσσια
Τζ'ακούουνται παρα-χωρκού του κάττου τα γαμήσσια.
Τζί'ο βίλλος σου έσσιει κόκκαλον ρε παραπόττη,ψεύτη
αμμέν είσσιεν, στα χώματα, λαλώ σου ήτουν να ππέφτει.