Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Το πουττίν απο τη χώρα των θαυμάτων


Μιαν ιστορίαν θα σας πώ, που εγίνηκεν στα ξένα
πο΄τυχεν νιού παρέα μου τζ'είπε μου την εμένα

Εσκόλασεν κατάνυχτα τζ'ήτουν ψατζιήν το κρύο
τζιαι για να πάει στο φτωσσιηκόν, πκιάννει το λωφορείο

Ητουν ο κάματος πολλύς, τζ΄εζίαζεν κρομμύθκια
μα η ιστορία έγινικεν, όπως στα παραμύθκια!

Μπροστά του έρκεται κάθεται μια κόρη προκομμένη
όμορφη,μυρωδάτη, φίνα, σενιαρισμένη!

Αννοίεί η ννιά τα σσιέλλια της,τζ'άξξιπα πονυστάζει
έναν πουττίν τσιαρτόζικο, θωρεί να ποσσιεπάζει!

Επέλλανεν να το θωρεί δίχα να σταματήσει
τζιαι έν ήσσιεν την δύναμην,να αδιαφορήσει

"Ξέρω,θωρείς τον πούττο μου,τζ'αθθές να ξέρεις κάτι
Ασκόπα το να δείς καλά, που κλείει σου το μμάτι"

Τζιαι σκέφτεται που μέσα του "εν κρίμα η καημένη"
 όπως τα κρύα τα νερά, αλλά ττιλαρισμένη....

Μπορεί να μέν επίστεψεν πως έσσιει έτσι χάρη,
Mιτσοκαμμά του πουττίν τζ'αφήννει τον βουνάρι

Πκιάννει τον μιάλη έξαψις, τζαι δρώννει τζαι ξιδρώννει
λυσσιολοά ο βίλλος του, μιαν κλαίει-τζιαι μιαν καυλώννει.

Τζ'ακόμα έν είδες τίποτα τωρά 'ννα σε πελλάνω
να χύσεις μεσ΄το σώβρακο τζιε 'κόμα παραπάνω

γουρλώννει πκιόν τα μμάθκια του στου πούττου τα σσιειλούθκια,
τζιαι το πουττίν το άταχτον στέλλει του θκυό φιλούθκια!

Τζιαι τότες πιον επέλλανεν εν πράμαν που τα λλία
τουντο πουττίν του άξιζεν να μπεί μες τα βιβλία

"Έλα τζια κάτσε δίπλα μου , άφησ΄τες αντροπάες
 τζιαι θκυό δαχτύλλια έβαρμου, σαν κάμνουν οι βιλλάες"
 
τζιείνος εν εκατάλαβε, το κάλεσμαν,στην ζάλη, 
που ξέρει τόσα νούμερα τζιε κάμνει τα καπάλι;

"εν χουβαρτού,εν φανερόν, με το πουττί σου η φύση...
μα-μέν μου πείς πως του μαθεν, τζιαι ξέρει να σφυρίσει!"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου